Απλές λύσεις για το φορολογικό

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς νομπελίστας οικονομολόγος, για να διαπιστώσει ότι το φορολογικό σύστημα στην Ελλάδα πάσχει, είναι αναποτελεσματικό και επιβαρύνει υπέρμετρα τα στρώματα εκείνα που έχουν μειωμένη αν όχι ανύπαρκτη φοροδοτική δυνατότητα και άρα τελικά το κράτος δεν εισπράττει φόρους.

Παράλληλα, οι υψηλοί συντελεστές ΦΠΑ, είναι ένα δέλεαρ τόσο για τον πάροχο όσο και τον λήπτη ενός αγαθού ή υπηρεσίας, να συμφωνήσουν μεταξύ τους, ο μεν δεύτερος να μην πληρώσει ο δε πρώτος να μην αποδώσει στο κράτος τον ΦΠΑ.

Επειδή η γκρίνια, είναι μεν μια πρώτη αντίδραση αλλά αυτό που μπορεί να λύσει ένα πρόβλημα, είναι οι προτάσεις, ας επιχειρήσω κι εγώ να κάνω μια πρόταση, την οποία θέτω στην κρίση των αναγνωστών για το κατά πόσο είναι λογική, εφικτή και στην τελική μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης.

Προτείνω λοιπόν, η φορολόγηση να γίνεται για όλους, είτε φυσικά είτε νομικά πρόσωπα, με την απλή αρχή που ήδη ισχύει για (ορισμένες τουλάχιστον) επιχειρήσεις: Έσοδα – Έξοδα = Φορολογητέα Ύλη. Να το κάνω πιο αναλυτικά:

Για κάθε έναν από εμάς, θα προστίθενται όλα τα εισοδήματά μας, από όλες τις πηγές και αφού αφαιρεθούν ΟΛΑ τα έξοδά μας, προς οποιαδήποτε κατεύθυνση (είτε είναι για την αγορά αγαθών, πληρωμή λογαριασμών, ιατρικά έξοδα, ενοίκια κλπ κλπ) το ποσό που απομένει και δεν καταναλώνεται (άρα κατευθύνεται στην αποταμίευση ή άλλη επένδυση) να φορολογείται με μια κλίμακα που θα ΞΕΚΙΝΑΕΙ από το ύψος του ΦΠΑ (του υψηλότερου εφόσον δεν υπάρχει ενιαίος) και θα ανεβαίνει όσο ανεβαίνει το συνολικό ποσό.

Ας πούμε πως ένα νοικοκυριό, έχει 25 χιλιάρικα εισοδήματα από όλες τις πηγές. Ξοδεύει τα 20 σε διάφορα έξοδα (είτε είναι αποπληρωμή δανείων, ενοίκια κατοικίας, λογαριασμούς ΔΕΗ κλπ) και μένουν 5. Αν ο (υψηλότερος) ΦΠΑ είναι ας πούμε 23%, θα πληρώσει φόρο 1150 ευρώ.

Στα 10 χιλιάρικα υπόλοιπο θα πληρώνει ας πούμε 30% και όσο ανεβαίνουμε θα ανεβαίνει και η κλίμακα (με ένα ανώτατο ποσό ενδεχομένως).

Εδώ πρέπει να εξηγήσω γιατί θα πρέπει να ξεκινάμε από την κλίμακα του ΦΠΑ. Ο λόγος είναι, ότι με αυτόν τον τρόπο εξαλείφουμε το δέλεαρ της συναλλαγής μεταξύ ας πούμε του γιατρού ή του υδραυλικού και του φορολογούμενου, μιας και όσα λεφτά γλυτώσει από αυτήν, θα φορολογηθούν ούτως ή άλλως με την κλίμακα: Ας πούμε πως στο ανωτέρω παράδειγμα, το νοικοκυριό έλαβεεπιπλέον  υπηρεσίες από ελεύθερο επαγγελματία, ύψους 1000 ευρώ + ΦΠΑ. Αν κόψει απόδειξη, θα πληρώσει 1230 ευρώ. Αφαιρούμενα από τα 5000 που είχαμε ως πλεόνασμα, αφήνουν για τελική φορολόγηση υπόλοιπο 3770 ευρώ. Θα πληρώσει δηλαδή φόρο, 3770 * 23% = 867.1 ευρώ

Εάν δεν κόψει απόδειξη, τότε θα γλυτώσει μεν 230 ευρώ από ΦΠΑ, αλλά θα φορολογηθεί για 5000 ευρώ (μιας και δεν μπορεί να δικαιολογήσει το έξοδο), άρα θα πληρώσει φόρο 1150 ευρώ. Δηλαδή τελικά, θα πληρώσει 1150 – 867.10 = 282.9 ευρώ. 53 ευρώ παραπάνω σε φόρο απ’ ό,τι αν έπαιρνε απόδειξη και πλήρωνε το ΦΠΑ.

Βλέπουμε λοιπόν, ότι δεν υπάρχει πλέον κίνητρο για να μην παίρνουμε απόδειξη, αφού με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, το εισόδημα θα φορολογηθεί, μάλιστα με το να πάρουμε θα μειώνουμε τον φόρο τελικά.

Αυτόματα λοιπόν, διευρύνουμε την φορολογική μας βάση ειδικά στις κατηγορίες που είναι “ύποπτες” για φοροδιαφυγή, ενώ δεν επιβαρύνουμε τα συνήθη υποζύγια με φόρους που είναι συχνά παράλογοι (π.χ. φορολόγηση με αντικειμενικά κριτήρια σε εισοδήματα που δεν υπάρχουν).

Σε συνδυασμό κιόλας με αυξημένη φορολόγηση ακινήτων που ανήκουν σε off shore εταιρείες (δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην το κάνεις, τι θα κάνουν;, θα πάρουν τα ακίνητα να τα πάνε αλλού;) έχουμε μια απλή, δίκαιη φορολόγηση, με κίνητρα για ειλικρινείς δηλώσεις και έσοδα που θα ανταποκρίνονται και στα πραγματικά εισοδήματα.

 

Δεν θέλει κόπο, θέλει τρόπο

Ιωσήφ

View more posts from this author

Leave a Reply